"ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ"




 
"ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ"
 
Διαβάζοντας ένα απόσπασμα από το ομώνυμο έργο του μεγάλου μας Γιάννη Ρίτσου.
Από την ποιητική μου συλλογή "ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ ΣΤΗ ΛΟΓΟΥ ΤΕΧΝΗ".
 
 
Σε χελιδόνια ανεβασμένοι μαζεύαμε λουλούδια τ' ουρανού,
στου αγέρα κάποιο θρόϊσμα κάποιου δικού του μυστικού
που δεν εμπόριε να μας κρύψει ξυπόλητους να βλέπει,
με ήλιου γλώσσα στα τζιτζίκια αρνούμαστε τα "πρέπει".
 
Φωτιά που κάηκε μας είδε, γίνηκε πάλι μιά φωτιά,
τα λουλουδένια δαχτυλίδια  στο δάσος φτιάχναμε σεμνά
σε αρραβώνα με τα δέντρα και τον αέρα στην πρώτη μας σιωπή,
μας ξέραν τα λιθάρια όπως εμείς τ' αστέρια που πέφτουνε στη γη,
να κάτσουν πάνω στο νερό να κοιμηθούν εκεί.
 
Κι όταν τα βράδια οι ακακίες έξω απ’ τα παραθύρια μας περνούν
στο ανοιχτό περβάζι μας κλωνάκι ολάνθιστο ακουμπούν,
φέραμε πάλι στο μεγάλο πράσινο χωράφι κείνο τον εύθυμο θεό
που απ’ τα γένια του οι μούστοι στάζουν κι έχει το βλέμμα του λαγνό.
 
Πασκίζαμε τις νύχτες μας τα άστρα να μετρήσουμε
τ' αμέτρητα, δεν θέλαμε να το κατανοήσουμε
τα άστρα που είναι όμορφα όσο είναι και η καρδιά μας
μέσα της κρύβουμε πολλά, είναι η ζεστή φωλιά μας.
 
Χτες βράδυ δεν κοιμήθηκαν καθόλου τα παιδιά,   
τζιτζίκια είχανε κλείσει στων μολυβιών τους τα κουτιά,
έλεγαν κείνο που ήξεραν μονάχα τα παιδιά τραγούδι
και με τον ήλιο έψελναν μπροστά σ' ένα λουλούδι.
 
Χρυσά βατράχια κάθονταν στις άκρες των ποδιών
χωρίς να βλέπουν στα νερά σκιές όμορφων λουλουδιών,
ήτανε σαν αγάλματα μικρά της ερημιάς
γαληνεμένα στέκονταν ώσπου χανόνταν δια μιάς.
 
Σκόνταψε το φεγγάρι κι έπεσε μέστις πυκνές ιτιές,
σούσουρο έγινε στα φύλλα μέστις γαλάζιες απλωσιές,
τρέξανε τα παιδιά, πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι
κι όλη τη νύχτα παίζανε με μιά δικιά τους χάρη.
 
Τώρα χέρια και πόδια τους έχουν γενεί χρυσά
κι όπου  πατούν αφήνουνε πολλά φεγγάρια και μικρά
στο νοτισμένο χώμα, μα οι μεγάλοι ευτυχώς δεν ξέρουνε πολλά
και δεν τα καλοβλέπουν, μονάχα οι μάνες ξέρουν απ' αυτά.
 
Τα χρυσωμένα χέρια τους κρύβουν στις άδειες τσέπες τους
όταν γυρνούνε βιαστικά από τις μαγεμένες στέπες τους
που όλη τη νύχτα παίζανε με το φεγγάρι τους κρυφά
κι όταν εμείς μιλάμε στις πεταλούδες σιγανά
κανείς δεν ξέρει τίποτα γιαυτό πούχουμε στην καρδιά.
 
Κανένας δεν θυμάται πια πως τότε είχε μιλήσει
με τα λουλούδια και πουλιά που είχανε κρατήσει
σημαίες και σάλπιγγες περνώντας σαν μολυβένια στρατιωτάκια
στο δρόμο μιάς πρωινής αχτίνας με ανέμελα παιδάκια.
 
Κάτι όμως θυμόμαστε όταν η άνοιξη τα παραθύρια ανοίγει,
τινάζει τα σεντόνια του ύπνου μας στο φως όλους μας πνίγει,
με καρυδότσουφλο ελαφρύ είχαμε φτιάξει ένα αμάξι
μιά κουβαρίστρα βάλαμε για ρόδες κι όλα εντάξει.
 
Ζέψαμε δυό μυρμήγκια εργατικά που τα φορτώσαμε τριφύλλι,
δεν λέμε σε κανέναν που πάμε εμείς οι φίλοι,
ο αντίλαλος του πηγαδιού ακούει τη φωνή μας
και οι σπηλιές αντιλαλούν τη λέξη της ψυχής μας.
 
Ο ήλιος καίει τις πέτρες στις πλαγιές κι αχνίζουν καπνοδόχοι
αθώρητοι στα μέρη των χαμομηλιών στ' ωραίο πρωτοβρόχι,
οι σουσουράδες φόρεσαν τα ψάθινα καπέλα μας
και καθισμένες στο μπαλκόνι της μουριάς γελάνε με την τρέλα μας.
 
 
2023 ©G.T.

Kommentare

Beliebte Posts aus diesem Blog

Πέθανε η Ebru, Ζήτω η Ebru!

Tων θαλασσών τα λόγια

Η Γυναίκα στην Ελληνική Επανάσταση του 1821