" Ένας Έρως"
Ένας Έρως
Ποιητικός αντίλαλος στο
ομώνυμο ποίημα του Κ. Καβάφη. Από την ποιητική μου συλλογή "ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ
ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ ΣΤΗ ΛΟΓΟΥ ΤΕΧΝΗ" και ΑΙ-Μελοποιημένο στο ΥΤ-Κανάλι μου: https://youtu.be/oaV0IO69ydU
Δεν λιγοστεύ' η συμφορά όσω και αν την λέγης
αλλ' είναι πόνοι που κρατούν ακόμα κι όταν φεύγεις,
κάθονται μέσα στην καρδιά, τις μέρες μαύρες κάνουν,
διψούν με το παράπονο να βγουν να ξεθυμάνουν.
Ο Αντώνης με αγάπησε... κι εγώ τον αγαπούσα,
μου έδωκε τον λόγο του... κι εγώ... θα τον κρατούσα
αλλ' ήτανε πτωχός πολύ κ' είχεν υπερηφάνεια,
γι' αυτό σηκώθη κ' έφυγε, καράβι στην αφάνεια
με τον σκοπό να βρη δουλειά, μια τέχνη ν' αποκτήση
και από ναύτης πλοίαρχος γίνει και να πλουτίση...
Αχ, μια χρονιά δεν σώθηκε που πέφτει ο πατέρας
και σπάνει το ποδάρι του στου χωραφιού το πέρας,
αρρώστησεν κ' η μάνα μου, ό,τι μας είχε μείνει,
λίγο μπακίρι παλαιό, ασημικό να ντύνει,
κάτι μικρά διαμαντικά που φύλαγ' η μητέρα
πουλήθηκαν για τίποτε, χάθηκαν στον αέρα.
Και η συμφορά μας έγινε η ομιλία του χωριού μας
εις τα μεγάλα σπίτια του, κακό του ριζικού μας,
την είδησι την έδωκαν κι από τ' αρχοντικόν του
συχνά ο Σταύρος ήρχονταν με λόγον καρδιακόν του
στο σπίτι μας και μ' έβλεπε σαν φίλος και προστάτης
κ' οι γύρω εμουρμούριζαν: "Τον θάμπωσε η
κορμοστασιά της!"
Δεν δούλεβ’ ο πατέρας μου, η
μάνα δεν κεντούσε,
μέρα και νύχτα δούλεβα, κανένας δεν μπορούσε
να με βοηθήσει που έτρεχα να βγάζω το ψωμί των…
Ο Σταύρος ήταν πλούσιος, στα λόγια πολλών τρίτων
απλός χωρίς καυχήματα, χωρίς κομποφανία
και μυστικά μας έδιδε τα
προς καλοζωία.
Κι εγώ πολύ χαιρόμουνα για τους
φτωχούς γονείς μου,
μα η ψυχή μου έκλαιε για μοίρα της ζωής μου,
πολύ καιρό δεν άργησεν η άτυχη ημέρα
που μες στον κάμπο είμαστε με δυνατό αέρα.
Στάθηκε και με κύτταζε, μου κράτησε το χέρι
σα φύλλο έτρεμα εγώ που μ' ήθελε για ταίρι,
καλά ήξευρα τι ήθελε και δεν τον αγαπούσα,
μου ζήταγε πάρα πολλά και εγώ δεν ημπορούσα.
Εδίσταζαν στα χείλη του ως που είπε αυτά τα λόγια:
«Φρόσω, για το χατίρι τους δεν στέργεις να με πάρης;»
Όχι, μ' εφώναζ' η καρδιά και μοίρας τα ρολόγια
ζητώντας τον Αντώνη μου που ήταν άλλης χάρης.
Ένας Βοριάς σηκώθηκε
πολύ αγριεμένος
κι έλεγαν στο καράβι του για πάντα ήταν χαμένος...
Αχ, πώς εβγήκε το σκληρό, φαρμακευμένο ψέμα;
Αχ, πώς να ζω η δύστυχη, για ποιόν νάχω το βλέμμα;
Μ' έλεγε ο πατέρας μου πολλά για να με πείση
αλλ' η καλή μητέρα μου δεν ξεστομούσε ρήση,
μόνο στα μάτια μ' έβλεπε κ' η φτώχεια και η λύπη
έτρεχαν από πάνω της... ήξερα τι μου λείπει.
Δεν βάσταξα, τον έδωκα το χέρι μου, θαμμένη
βαθυά μέσα στην θάλασσα η καρδιά ήταν χαμένη.
Όλες αι κόρες του χωριού την τύχην μου φθονούσαν
που έπαιρν' άνδρα πλούσιο και με κατηγορούσαν,
εγώ μια κόρη χωρική, εγώ φτωχειά μια κόρη
και ποιός εκαταλάβαινε το της καρδιάς μου ζόρι...
Ποτέ δεν είδε το χωριό γάμο σαν τον δικό μας,
μικροί, μεγάλοι μαζωχθήκανε να δουν το ριζικό μας
για να θαυμάσουν του άρχοντα την τυχερή την νύφη,
μέσα μου έτρεμα εγώ σαν το μικρό κοτσύφι.
Με πασχαλιές τον δρόμο μας έρραναν και με ρόδα
που εκεί προχώραγα εγώ σα νάμουν ...στραβοπόδα,
παντού χοροί και μουσικές, τραπέζια και τραγούδια,
για μένα νύχτα ήτανε που μαύρα είχε λουλούδια.
Τέσσαρες μήνες πέρασαν μονάχα που τον πήρα
και μια βραδυά που έρημη μπρος στου σπιτιού μου θύρα
καθόμουν, βλέπω την σκια εμπρός μου του Αντώνη,
με φάνηκε σαν όνειρο, στεκόμαστε έτσι μόνοι,
έως που μ' είπε «Αγάπη μου, γιατ' είσαι λυπημένη;
Τα βάσανά μας τέλεψαν, θάσαι ευτυχισμένη!»
Πικρά-πικρά τον δέχθηκα και του τα είπα όλα,
τα χέρια του στα χέρια μου, μάτια σπινθηροβόλα.
Και τον εφίλησα σαν πριν κι έκλαψα στον λαιμό του,
είπα πως δεν αγάπησα άλλον από εκείνον,
τον είπα πως με 'γέλασαν, στην τρικυμία του Νότου
επίστεψα που πνίχθηκε... κι είχα βαρύ τον θρήνον.
Για το χατίρι μόνο εγώ της μάνας, του πατέρα μου
πανδρεύθηκα και βρέθηκα μόνη τώρα στην ξέρα μου,
μαζί του προτιμούσα εγώ βάσανα και τη φτώχεια
απ' όσα πλούτη έχ' η γη με ήλιους, πρωτοβρόχια.
Καλούδια εγώ δεν ήθελα που να τα φέρνη άλλος,
του είπα πως τον αγαπώ στο άσβεστό του κάλλος,
σαν πρώτα ο έρως του φωτιά που μένει και με καίει
αίφνης μπροστά του στέκομαι και η καρδιά μου κλαίει.
Τώρα που ξέρω πως ποτέ, ποτέ, ποτέ δικός μου
δεν θε να γίνη όπως και εγώ δική του... ο καημός μου,
τούπα απ' την παληά αγάπη του αν έμεινε ολίγη,
να ορκισθή πως μη με ξαναδιή,
όσο κι αυτό με πνίγει.
Και άλλα κι άλλα έλεγα,
άλλα που δεν θυμούμαι,
έκαιε το κεφάλι μου απ' τις στιγμές να βγούμε...
Τώρα πια όλα τέλεψαν, εμαύρισ' η ζωή μου,
δεν θάρθη πια χαρά για μένα στο τσαρδί μου.
Ας μ' έπαιρνε ο θάνατος!... Έτσι μη γίνω γραία,
έχω πληγή μες στην καρδιά, μα είμ' ακόμη νέα!...
2025©G.Tzivras
Ποιητικός αντίλαλος στο
ομώνυμο ποίημα του Κ. Καβάφη. Από την ποιητική μου συλλογή "ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ
ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ ΣΤΗ ΛΟΓΟΥ ΤΕΧΝΗ" και ΑΙ-Μελοποιημένο στο ΥΤ-Κανάλι μου:
2025©G.Tzivras
Kommentare
Kommentar veröffentlichen