Ο Ήχος της Τέχνης
Ο Ήχος της Τέχνης
Ποιητικός
αντίλαλος στο ομώνυμο γράφημα του Δημήτρη Κατηφόρη (*).
Από
την ποιητική μου συλλογή "ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ ΣΤΗ ΛΟΓΟΥ ΤΕΧΝΗ"
Βίντεο μουσικοσύνθεση του ποιητή με ΑΙ prompts (Suno, Dalle-3, Clideo)
Στην πόλη που ο χρόνος
τρέχει σαν μια πληγή ανοιχτή,
ζούσε ο Αιμίλιος, με τέχνη του κρυφή και σιωπηλή,
δεν μάζευε τραγούδια ούτε και λόγια φανερά,
μα ήχους ξεχασμένους απ’ της ψυχής τα βάθη τα παλιά.
Με χάλκινο χωνί
αφουγκραζόταν ό,τι εσύ δεν το ακούς,
τον στεναγμό του
βλέμματος, τον έρωτα που αφήνει σιωπηλούς
κι όταν παγίδεψε τον ήχο μίας αγάπης περασμένης,
ο χρόνος γύρω λύγισε μιας μέρας προς τα χθες σπασμένης.
Κατάλαβε, οι ήχοι είναι του κόσμου τα φτερά,
φρένα του σύμπαντος, όχι
απλές αράδες στα χαρτιά,
αν η σιωπή θεριέψει, όλα θε να παγώσουν ξαφνικά
κι εζήταγε να βρει τον ήχο, εκείνο που
γεννά ιδέα καθαρά.
Βουτά σε μια αντήχηση κουρδίζει την καρδιά
κι ο κόσμος παύει να ‘ναι αυτός, γίνεται παλμική φωτιά,
μνήμες σαν κύματα να βλέπει, λέξεις να καίνε απαλά,
τότε μαθαίνει, η αλήθεια ψιθυρίζει και δεν κραυγάζει
δυνατά.
Ο ψίθυρος ενώνει το αύριο με το χτες,
κι εκείνος γίνεται ηχείο πούχει ζωή για τις ψυχές,
τα ωρολόγια τραγουδούν, ο χρόνος που ξαναρχινά
έχει ρυθμό ανθρώπινο, που μοιάζει με παλόμενη καρδιά.
Κι έπειτα βυθίζεται στου
Van Gogh το
απέραντο μυαλό,
εκεί που χρώματα
ακούγονται κι ο ήχος κύμα είναι φωτεινό,
τα ηλιοτρόπια βουίζουν σαν νάταν μέλισσες χρυσές
κι η Έναστρη Νύχτα
στροβιλίζει μπλε και βαθιές σιωπές.
Βλέπει πως ο Vincent δεν
ήταν ένας χαμένος νους,
μα ο μόνος που άκουγε των
άστρων τους παλμούς,
η κάθε πινελιά κραυγή: «Είμαι εδώ, υπάρχω και λέω πως ζω!»
ο Αιμίλιος του φέρνει
αγάπη απο το μέλλον νέο φυλαχτό.
Και όταν επιστρέφει, δεν είναι ο
ίδιος πια,
τα μάτια του νυχτερινά, η
φωνή του σαν φωτιά,
μαθαίνει πως η ομορφιά δεν ζει στο όποιο της περστικό,
αλλά στο ραγισμένο φως, έστω και απαλό, μα το αληθινό.
Και η σιωπή δεν είναι ένα κενό, αλλά καμβάς μέγας και ιερός
κι ο κάθε άνθρωπος στον
δρόμο του πίνακας μέγας και ζωντανός
που ανοίγει τα παράθυρα, λέει τους ήχους ελεύθερους να βγουν,
γίνεται αγωγός για τις ψυχές που ήρθαν και ξαναμιλούν.
Έρχεται στην πλατεία και στέκει μόνος, μα με τα χέρια ανοιχτά
κι από το σώμα του ξεχύνονται χρώματα κι όμορφα παλμικά φτερά,
οι άνθρωποι βλέπουνε πρώτη φορά τη μουσική τους στα ψηλά,
θυμούνται πως ο κόσμος
είναι ό,τι τολμάς να νιώσεις μέσα σου βαθιά.
Γιατί η τέχνη δεν σώζει
μόνο τον χρόνο τον τυφλό,
στον άνθρωπο μαθαίνει να βλέπει φως σε κόσμο
σκοτεινό
κι ο ήχος της ιδέας γεννιέται αργά και σιγανά,
είναι η ψυχή που επιμένει να αγαπά, να ακούει και να ζει ξανά.
(*) https://www.facebook.com/share/p/1BrJnUSrCF/
2026©G.Tzivras
Μελοποιημένο κείμενο:
O Ήχος της Τέχνης
[Verse 1]
Στην πόλη που ο χρόνος δεν στέκει ούτε στιγμή,
οι δρόμοι ανασαίνουνε και η βιασύνη τους κρυφή,
κανείς δεν λέει ν' ακούει ούτε που θέλει να κοιτά,
σαν σε γυαλιά σπασμένα φαίνεται ο κόσμος να κυλά.
[Verse 2]
Ο Αιμίλιος μόνος στέκει, χάλκινο φως τον λούζει,
μαζεύει ό,τι χάθηκε από ανθρώπων ιαχές και σκούζει
τραγούδια που θυμίζουνε ήχους που κρύβει η ψυχή,
όσα ξεχάστηκαν να υπάρξουν ξανά μες στη σιωπή.
[Chorus 1]
Όσα ξεχάστηκαν να υπάρξουν,
χάθηκαν
μες στη σιωπή…
Όσα ξεχάστηκαν να υπάρξουν,
ψάχνονται
στη σιωπή…
[Verse 3]
Τον ήχο εκείνο παγιδεύει που έχει χρώμα στη φωνή,
βλέμμα που δεν αντέχει του έρωτα επιταγή
κι ο χρόνος που
λυγίζει, γυρίζει προς τα Πριν ξανά
σαν να θυμήθηκε αίφνης κάτι που θάταν στο Μετά.
[Bridge]
Οι ήχοι δεν είν' δονήσεις που εγεννήθηκαν απλές,
μα φρένα σύμπαντος βαριά, μνήμες πούναι παλιές
κι αν τύχει ο κόσμος να σωπάσει, τότε ο χρόνος θα χαθεί
και όλα θα παρασυρθούν σε μια αιώνια σιωπή.
[Chorus 2]
Οι ήχοι… μνήμες…
κρατούν τον χρόνο ζωντανό…
Και αν
σωπάσουν οι ψυχές,
χάνουμε τότε ουρανό…
[Verse 4]
Ό,τι απ’ έξω ακούγεται μονότονα σ’ έναν παλμό,
κουρδίζει την καρδιά του στον ίδιο πάντοτε ρυθμό,
κόσμο γύρω δεν βλέπει, μόνο αισθάνεται ξανά,
οι μνήμες του κυλάνε σαν φως, σαν τη φωτιά.
[Verse 5]
Εις του van Gogh το όραμα βυθίζεται αργά,
εκεί όπου το κίτρινο ουρλιάζει από χαρά,
η νύχτα στροβιλίζεται μέσα στο μπλε βαθιά
και οι
πινελιές χτυπάνε με χρώματά τους ζωντανά.
[Chorus 3]
Δεν ήταν τρέλα,
ήτανε
φως βαρύ,
να
ακούς των άστρων
τη φωνή κρυφή…
[Verse 6]
Ο πόνος που δε φεύγει γίνεται αστραφτερός,
τον δέχεσαι, δεν τον αρνιέσαι και παραμένεις
σιωπηλός.
[Outro]
Έτσι επιστρέφει αλλαγμένος, τα μάτια του νυχτιάς υγρά,
και η
φωνή του να θυμίζει στάχυα στον άνεμο χρυσά,
δεν
ψάχνει τελειότητα με το εγώ του ραγισμένο,
‘κεί
μέσα ζει το Αληθινό, έστω και
ξεχασμένο.
[Final Chorus]
Ο κόσμος δεν είναι ό,τι βλέπεις με μάτια ανοιχτά,
είν’ ό,τι τολμάς και νιώθεις στα μέσα σου βαθιά.
Ο κόσμος δεν είναι ό,τι βλέπεις με μάτια ανοιχτά,
είν’ ό,τι τολμάς… και τότε τον ακούς… στα μέσα
σου βαθιά.
[Outro]
Kommentare
Kommentar veröffentlichen