Σμίξιμο
Σμίξιμο
Σαν το λυκόφως σμίγουνε
που πά στη μέρα γέρνει,
δύο σκιές που έχουν δει ο
χρόνος τι τους φέρνει,
τα βλέμματα σαν τα πουλιά
κρυφά διασταυρωθήκαν
και σε μια θάλασσα βαθιά
τα όνειρά τους βγήκαν.
Απάνω τους η σιωπή ταιριάζει σαν πρωτάγγιχτο
κλειδί,
σαν το φεγγάρι που στο
κύμα ανακαλύπτει μιαν ευχή,
το γέλιο στην ψυχή τους
αργοκυλάει τώρα,
άνεμος που φέρνει στα
κλαδιά τη νέα τούτη ώρα.
Στέκουν και η ανάσα τους
γίνεται μια προσευχή
σαν κρύσταλλο που στέκει
ακόμα δίχως αμυχή,
τα χέρια τους σαν τα
πουλιά που δεν φοβούνται να πετάξουν
κι όταν πετούν διστάζουνε
τον κόσμο να αλλάξουν.
Ανάμεσα στα λόγια τους ο
πόθος μεγαλώνει
σαν του Απρίλη τη βροχή
που ρόδο ξεδιπλώνει,
η κάθε παύση όρκος τους,
κάθε ματιά μια ελπίδα,
το μέλλον τώρα ανοίγεται
σε μια χρυσή σελίδα.
Σαν τη φωτιά αγαπήθηκαν
κάτω απ’ το κρύο χιόνι,
αόρατη η λάμψη τους μα
ξέρουν πως φουντώνει
και σε αυτή τους την
αναμονή, την καθαρή, την τόση
Έρωτα.βρίσκουν δυο καρδιές πριν το
κορμί τον νιώσει.
2026©G.Tzivras
Kommentare
Kommentar veröffentlichen