Μια Μπαλάντα Αγάπης

 

Μια Μπαλάντα Αγάπης
 
Μελοποιημένο απόσπασμα του αρχικού ποιήματός μου (που ολόκληρο ακολουθεί) με διαταγές μου και μελωδική γραμμή στην Τεχνητή Νοημοσύνη (AI: Suno, Gemini, Dalle-3, Movavi, Clideo) σε ένα κείμενο του Δημήτρη Κατηφόρη (ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗ ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ), που πρόσφατα ανάρτησε στον ΦΒ-τοίχο του (Jei Forris) και που ακούγεται στο ΥΤ-Κανάλι μου εδώ: https://youtu.be/9OK5HljNbHQ
 
 
Στο όμορφο Salento εκεί που θάλασσας το κύμα σκάει
κ' η φύση μες στην ομορφιά της τον χρόνο αψηφάει,
εκεί που οι άνθρωποι μιλούν τη γλώσσα των αρχαίων,
ζούσε ο Φλώριο σιωπηλός εκτός κόσμων μοιραίων.
 
Η νεαρή Μανόλια εκεί με μάτια ανησυχίας
τον έβλεπε σαν γρίφο της μ' ένα κλειδί σοφίας,
σιωπή αυτή δεν άντεχε, ήθελε να του δείξει
πως είχε γνώσεις κι άποψη και πως μπορεί να ανθίσει.
 
Τότε ο Φλώριο γύρισε, στα μάτια την κοιτάζει,
ένα άγγιγμα στα δάχτυλα φωτός γέφυρα μοιάζει.
«Μανόλια μου», ψιθύρισε στη γλώσσα την παλιά τους,
«αστέρια είν' οι γνώσεις σου πούχουν την ομορφιά τους,
 
μα το μυαλό μου δεν ζητά πολιορκία να νιώσει,
μετράω μόνο την ψυχή πούχεις σε μένα δώσει,
φοβάμαι το δικό σου φως, που μες στα νιάτα πλέει,
αν σε τραβήξω προς εμέ, η πτήση σου θα κλαίει.»
 
«Φλώριο», του ψιθύρισε, «το βήμα σου έχει σκαλώσει,
φοβάσαι η ορμή σου κάποτε μήπως και με πληγώσει!»
Μα ένιωσε ευγνωμοσύνη πια γι' αυτήν την προστασία,
που η άρνηση του αγγίγματος είχε βαθιά ουσία.
 
Η αγάπη τους φιλία απόκοσμη που ο Διογένης θα ζηλέψει
με έναν ήλιο φωτεινό χωρίς σκιές που θα το επιτρέψει.


---------------------------------------------------------------
Μια Μπαλάντα Αγάπης
(Αρχικό κείμενο)
 
Στο όμορφο Salento εκεί που θάλασσας το κύμα σκάει
κ' η φύση μες στην ομορφιά της τον χρόνο αψηφάει,
εκεί που οι άνθρωποι μιλούν τη γλώσσα των αρχαίων,
ζούσε ο Φλώριο σιωπηλός εκτός κόσμων μοιραίων.
 
Το πρόσωπό του είχε χροιά σαν της αμυγδαλιάς
που ανθίζει μες στην άνοιξη ανάσα γίνεται καρδιάς
τα όμορφά του μάτια, καθρέφτης της σοφίας,
στα βάθη τους κρυβότανε το φως της ιστορίας.
 
Δεν μίλαγε άσχετα ποτέ, εδιάβαζε τα αστέρια,
τον άνεμο, τους πάπυρους, τα ουράνια λημέρια
και η νεαρή Μανόλια εκεί με μάτια ανησυχίας
τον έβλεπε σαν γρίφο της μ' ένα κλειδί σοφίας.
 
Σιωπή αυτή δεν άντεχε, ήθελε να του δείξει
πως είχε γνώσεις κι άποψη και πως μπορεί να ανθίσει,
κάθε απόγευμα γλυκό που ο ήλιος  βυθιζόταν
μες στο χρυσό καμίνι, του ορίζοντα χανόταν,
 
τον Φλώριο επλησίαζε στην πέτρινη αυλή του,
κάτι για τ' άστρα να του πει, να μπει μες στη ζωή του.
«Για τους θαλασσοπόρους, ξέρεις Φλώριο;» σιγά τον ερωτούσε,
τις θεωρίες του άκουγε προσεχτικά κι όλο ξαναρωτούσε.
 
Να κάνει εντύπωση ήθελε και να τον κατακτήσει,
νόμιζε ο λόγος της καρδιά του κάποτε να λυγίσει
κι εκείνος της απάνταγε με ένα χαμόγελο γλυκό
χωρίς να της διακόπτει της σκέψης τον ειρμό.
 
Όμως μια νύχτα η κοπελιά κουράστηκε να λέει,
για τέχνες και για σύμπαντα και άρχισε να κλαίει.
«Γιατί δεν απαντάς ποτέ; Μήπως δεν σου αρέσω;
Ή μήπως δεν είναι αρκετά θέματα εγώ όσα θέσω;»
 
Τότε ο Φλώριο γύρισε, στα μάτια την κοιτάζει,
ένα άγγιγμα στα δάχτυλα φωτός γέφυρα μοιάζει.
«Μανόλια μου», ψιθύρισε στη γλώσσα την παλιά τους,
«αστέρια είν' οι γνώσεις σου πούχουν την ομορφιά τους,
 
μα το μυαλό μου δεν ζητά πολιορκία να νιώσει,
μετράω μόνο την ψυχή πούχεις σε μένα δώσει».
Τότε η κοπέλα σώπασε, είδε η λογική λυγίζει,
κατάλαβε όμως ο δεσμός τους την κρίση δεν γνωρίζει.
 
Έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του με χάρη
κάτω απ' το απαλό το φως που είχε το φεγγάρι,
ο Φλώριο ήξερε καλά τα χρόνια που είχε ζήσει,
την έβλεπε σαν λουλουδιά που μόλις είχε ανθίσει.
 
Τα νιάτα της είχαν ορμή, ζητούσαν να πετάξουν,
να αποδείξουν πράγματα, τον κόσμο να αλλάξουν,
μα εκείνος πήρε απόφαση με ιερή φροντίδα,
την άνοιξη άφησε άγγιαχτη, να γίνει μια ελπίδα.
 
Φοβότανε ο κόσμος της μην πληγωθεί στο βήμα της,
λιμάνι επέλεξε να γίνει κι όχι το άγριο κύμα της,
εκείνη αισθάνθηκε αυτό κοντά της νέο τείχος
που δεν ήταν απόρριψη, μα της αγάπης ήχος.
 
Πλατωνική η αγάπη τους, από μια άλλη εποχή
που δεν ζητούσε αγγίγματα να βρει την αντοχή
κι όταν βραδάκι στο πεζούλι εκεί η απόσταση μικραίνει,
μοιάζει νάν' απροσπέλαστη, κρυφή και μαγεμένη.
 
«Φλώριο», του ψιθύρισε, «το βήμα σου έχει σκαλώσει,
φοβάσαι η ορμή σου κάποτε μήπως και με πληγώσει;»
«Μανόλια μου για μέ δεν έχω φόβο», έτσι απαλά της λέει,
«φοβάμαι το δικό σου φως, που μες στα νιάτα πλέει.
 
Αν σε τραβήξω προς εμέ, θα σου στερήσω πτήση,
η αγάπη μου σε θέλει ελεύθερη ζωή σου νάχεις ζήσει».
Τα λόγια του πλημμύρισαν την κοπελιά με ζεστασιά,
κατάλαβε την έγνοια του σαν ιερή αποκοτιά.
 
Θυσίαζε τον πόθο του σε μια έρημο μακριά...
Δίπλα-δίπλα σταθήκανε σ’ αυτή την ερημιά,
δύο ψυχές που μίλαγαν, βγαίναν απ' τη σκιά
μια αγάπη που δεν πίεζε, ζεστή κρατούσε την καρδιά.
 
Κατάλαβε η Μανόλια τότε τον Φλώριο κοιτώντας,
πως φύλακάς της ήτανε δίπλα της  αγρυπνόντας,
ευγνωμοσύνη ένιωσε για την πλατωνική αγάπη
που να κρατήσει θέλησε μες στης καρδιάς ντουλάπι.
 
«Με αγαπάει δυνατά», σκέφτηκε στην καρδιά της
που αρνιόταν άλλο άγγιγμα για χάρη τη δικιάς της,
τότε η φύση γύρω τους άρχισε να μιλάει,
με το σιρόκο τον ζεστό που απ' το πέλαγος φυσάει.
 
Ανάμεσά τους πέρασε, μαλλιά της να χαϊδέψει,
διώξει ένα χέρι αόρατο που ήρθε να παιδέψει
και η θάλασσα από μακριά μες στο γαλάζιο ρυθμική
ψιθύριζε ακατάπαυστα, μία δική της μουσική.
 
Εγείρανε και οι δύο μαζί, στον άνεμο αφεθήκαν,
οι δυο ψυχές τους ήρεμα στο σύμπαν ενωθήκαν,
η αγάπη τους φιλία απόκοσμη που ο Διογένης θα ζηλέψει
με έναν ήλιο φωτεινό χωρίς σκιές που θα το επιτρέψει.
 
 
2026©G.Tzivras

Kommentare

Beliebte Posts aus diesem Blog

Coming together

Tων θαλασσών τα λόγια

«Τα Βότσαλα»